Νέα

Η νόσος του Parkinson μπορεί να ξεκινάει από το έντερο.

https://www.sciencedaily.com/releases/2017/06/170615100616.htm

 

 

Η λακινιμόδη μειώνει τον κίνδυνο εξέλιξης της αναπηρίας στην σκλήρυνση κατά πλάκας

http://health.in.gr/news/scienceprogress/article/?aid=1231243710

 

 

Η Ρεσβερατρόλη επιταχύνει την αποδόμηση του β-αμυλοειδούς στη νόσο Alzheimer.

Η Ρεσβερατρόλη, μια ουσία που βρίσκεται στα σταφύλια και στο κόκκινο κρασί, επιταχύνει την αποδόμηση του β-αμυλοειδούς το οποίο συσσωρεύεται στα κύτταρα του εγκεφάλου στη νόσο Alzheimer. Φαίνεται λοιπόν ότι είναι ένα φυσικό συστατικό με πιθανές θεραπευτικές ιδιότητες στη νόσο Alzheimer.

Resveratrol promotes clearance of Alzheimer’s disease amyloid-beta peptides.

Abstract

Several epidemiological studies indicate that moderate consumption of wine is associated with a lower incidence of Alzheimer’s disease. Wine is enriched in antioxidant compounds with potential neuroprotective activities. However, the exact molecular mechanisms involved in the beneficial effects of wine intake on the neurodegenerative process in Alzheimer’s disease brain remain to be clearly defined. Here we show that resveratrol (trans-3,4′,5-trihydroxystilbene), a naturally occurring polyphenol mainly found in grapes and red wine, markedly lowers the levels of secreted and intracellular amyloid-beta (Abeta) peptides produced from different cell lines. Resveratrol does not inhibit Abeta production, because it has no effect on the Abeta-producing enzymes beta- and gamma-secretases, but promotes instead intracellular degradation of Abeta via a mechanism that involves the proteasome. Indeed, the resveratrol-induced decrease of Abeta could be prevented by several selective proteasome inhibitors and by siRNA-directed silencing of the proteasome subunit beta5. These findings demonstrate a proteasome-dependent anti-amyloidogenic activity of resveratrol and suggest that this natural compound has a therapeutic potential in Alzheimer’s disease.

 

 

Ωμέγα-3 λιπαρά και ατροφία του μέσου κροταφικού λοβού.

Τα ωμέγα-3 λιπαρά μειώνουν την ατροφία στην ιπποκάμπια/παραϊπποκάμπια περιοχή και στις αμυγδαλές, δομές που προσβάλλονται στα αρχικά στάδια της νόσου Alzheimer και εμπλέκονται στην παθογένεση της κατάθλιψης.

Plasma long-chain omega-3 fatty acids and atrophy of the medial temporal lobe.

Abstract

OBJECTIVE:

The long-chain ω-3 fatty acids eicosapentaenoic acid (EPA) and docosahexaenoic acid (DHA) are potential candidates for interventions to delay Alzheimer disease (AD), but evidence from clinical studies is mixed. We aimed at determining whether plasma levels of EPA or DHA predict atrophy of medial temporal lobe (MTL) gray matter regions in older subjects.

METHODS:

A total of 281 community dwellers from the Three-City Study, aged 65 years or older, had plasma fatty acid measurements at baseline and underwent MRI examinations at baseline and at 4 years. We studied the association between plasma EPA and DHA and MTL gray matter volume change at 4 years.

RESULTS:

Higher plasma EPA, but not DHA, was associated with lower gray matter atrophy of the right hippocampal/parahippocampal area and of the right amygdala (p < 0.05, familywise error corrected). Based on a mean right amygdala volume loss of 6.0 mm(3)/y (0.6%), a 1 SD higher plasma EPA (+0.64% of total plasma fatty acids) at baseline was related to a 1.3 mm(3) smaller gray matter loss per year in the right amygdala. Higher atrophy of the right amygdala was associated with greater 4-year decline in semantic memory performances and more depressive symptoms.

CONCLUSION:

The amygdala, which develops neuropathology in the early stage of AD and is involved in the pathogenesis of depression, may be an important brain structure involved in the association between EPA and cognitive decline and depressive symptoms.

 

 

Οι πιπεριές απομακρύνουν τον κίνδυνο της νόσου Πάρκινσον

10-05-2013 

Νέα έρευνα υποδεικνύει ότι η κατανάλωση τροφίμων που περιέχουν νικοτίνη, ενδεχομένως μειώνει τον κίνδυνο για νόσο του Πάρκινσον.
Προηγούμενες έρευνες έδειξαν ότι το κάπνισμα και άλλες χρήσεις του καπνού μειώνουν ενδεχομένως τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Πάρκινσον. Ενώ εκτιμάτο ότι η νικοτίνη μπορεί να ευθύνεται για τη συγκεκριμένη επίδραση, οι ερευνητές δεν ήταν σίγουροι αν διαφορετικοί παράγοντες στον εγκέφαλο προκαλούσαν τη μείωση του κινδύνου.

Χαμηλά επίπεδα νικοτίνης βρίσκονται σε πιπεριές, ντομάτες και άλλα λαχανικά της οικογένειας Solanaceae. Ερευνητές θέλησαν να εντοπίσουν αν μικρές ποσότητες νικοτίνης στα τρόφιμα μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο.
Για την έρευνα, εξετάστηκαν 490 ασθενείς που διαγνώστηκαν με τη νόσο Πάρκινσον. Επιπλέον 644 άνθρωποι χρησίμευσαν ως ομάδα ελέγχου. Ρωτήθηκαν για τη διατροφή τους κατά τη διάρκεια της ζωής τους και τη χρήση καπνού.

Η κατανάλωση περισσότερων λαχανικών γενικά δεν μείωσε τον κίνδυνο για νόσο Πάρκινσον, σε αντίθεση με την κατανάλωση λαχανικών της οικογένειας Solanaceae. Άνθρωποι που κατανάλωναν τέτοιου τύπου λαχανικά μείωσαν τον κίνδυνο κατά 19% κατά μέσον όρο σε σύγκριση με όσους δεν τα κατανάλωσαν.

Ωστόσο επειδή ο συνολικός κίνδυνος ορισμένων να νοσήσουν ήταν χαμηλός, για ορισμένους καπνιστές η σχέση δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Το όφελος από το λαχανικό ήταν πιο εμφανές σε άντρες και γυναίκες που είχαν λίγη ή καθόλου προηγούμενη χρήση καπνού.
Άνθρωποι που κατανάλωναν τις περισσότερες πιπεριές-περίπου 2 έως 4 εβδομαδιαίως-είχαν την ισχυρότερη σχέση μείωσης του κινδύνου. Ο κίνδυνος για Πάρκινσον μειωνόταν κατά 30%.

Ο ερευνητής Searles Nielsen, του University of Washington Seattle, δήλωσε ότι η έρευνα είναι η πρώτη που διερευνά τη σχέση. Τα ευρήματα επίσης υποδεικνύουν προστασία από τη νικοτίνη ή ενδεχομένως παρόμοια αλλά λιγότερο τοξική χημική ουσία στις πιπεριές και τον καπνό.

Η έρευνα δημοσιεύεται στο περιοδικό ‘Annals of neurology.’
10/5/2013
http://www.iatronet.gr/newsarticle.asp?art_id=22269

 

 

 

Γονιδιοθεραπεία για νευρολογικές & άλλες χρόνιες παθήσεις

 

Μία σπάνια γενετική ασθένεια, η οποία στερεί από τα παιδιά την ικανότητα ομιλίας και βάδισης μέσα στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, μπορεί να αντιμετωπιστεί με γονιδιοθεραπεία, ανακοίνωσαν γιατροί από την Ιταλία. Όπως γράφουν στην επιθεώρηση «Science», εφήρμοσαν την θεραπεία σε τρία παιδιά που πάσχουν από μεταχρωματική λευκοδυστροφία και έως στιγμής είναι όλα καλά.

Η ίδια μέθοδος, κατά την οποία ένα ελαττωματικό γονίδιο αντικαθίσταται από ένα υγιές, χορηγήθηκε σε τρία άλλα παιδιά με ένα άλλο, εξίσου σπάνιο νόσημα το οποίο προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα – και κατόρθωσε να αντιστρέψει την κατάστασή τους.

Οι ειδικοί στον τομέα της Γονιδιοθεραπείας λένε πως τα ευρήματα αυτά είναι «εξαιρετικά ελπιδοφόρα».

Μεταχρωματική λευκοδυστροφία

Γονιδιοθεραπεία / Γονίδια / DNAΗ μεταχρωματική λευκοδυστροφία είναι μία νευρολογική ασθένεια, κατά την οποία συσσωρεύονται λιπαρά οξέα στον εγκέφαλο και σταδιακά τον καταστρέφουν.

Τα μωρά που γεννιούνται με αυτήν μοιάζουν καθ’ όλα υγιή, αλλά σε ηλικία 1-2 ετών αρχίζουν να εκδηλώνουν νοητικά και κινητικά προβλήματα, χάνοντας την ικανότητα ομιλίας και βάδισης, ενώ το προσδόκιμο επιβίωσής τους μειώνεται σημαντικά.

Οι ερευνητές υπέβαλλαν στην πειραματική θεραπεία τρία παιδιά που έφεραν την γενετική μεταλλαγή της νόσου. Όλα έχουν αδέλφια που πάσχουν από αυτήν.

Επειδή τα παιδιά ήταν πολύ μικρά όταν υποβλήθηκαν στη θεραπεία (η ηλικία τους κυμαινόταν από 7 έως 15 μηνών), δεν είχαν ακόμα εκδηλώσει τα πλήρη συμπτώματα της ασθένειας.

Σε ηλικία 3 ετών, ένα από τα παιδιά που έκανε γονιδιοθεραπεία είχε φυσιολογικό δείκτη νοημοσύνης και γλωσσικές ικανότητες για την ηλικία του, ενώ μπορούσε να σηκώνεται όρθιο μόνο του και να περπατάει κρατώντας το χέρι ενός ενήλικα.

Τα άλλα δύο παιδιά, δεν είχαν παρουσιάσει κανένα απολύτως σύμπτωμα έως τα 2 τους χρόνια.

Αντιθέτως, τα αδελφάκια όλων των παιδιών δεν μπορούσαν να μιλήσουν και ήταν καθηλωμένα σε αναπηρικό αμαξίδιο πριν γίνουν 3 ετών.

Για το σύνδρομο Wiskott-Aldrich

Οι ιταλοί επιστήμονες υπέβαλλαν σε γονιδιοθεραπεία και τρία παιδιά με σύνδρομο Wiskott-Aldrich (σύνδρομο WAS), το οποίο προσβάλλει σχεδόν αμιγώς αγόρια και οφείλεται σε μεταλλαγές του ομώνυμου γονιδίου.

Οι πάσχοντες από αυτό διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώνουν προβλήματα όπως έκζεμα, τάση προς αιμορραγία, μώλωπες δίχως τραυματισμό και επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις.

Τα τρία παιδιά που υποβλήθηκαν σε γονιδιοθεραπεία παρουσίασαν μείωση ή πλήρη εξαφάνιση των συμπτωμάτων τους μέσα σε 20-30 μήνες έπειτα από τη θεραπεία.

Και για τις δύο ασθένειες, η γονιδιοθεραπεία έγινε με παρόμοιο τρόπο, με μία τεχνική που επινόησαν ερευνητές από το Ινστιτούτο Γονιδιοθεραπείας San Raffaele-Telethon Institute, στο Μιλάνο.

Γενετική τροποποίηση

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν έναν γενετικά τροποποιημένο ιό για να διορθώσουν τις μεταλλαγές στα γονίδια των μικρών ασθενών.

Για τον σκοπό αυτό, πήραν αιμοποιητικά βλαστικά κύτταρα από τον μυελό των οστών τους και χρησιμοποίησαν τον ιό για να εισάγουν μέσα τους τις σωστές μορφές των ελαττωματικών γονιδίων.

Στη συνέχεια, ενέχυσαν τα «διορθωμένα» κύτταρα πίσω στου ασθενείς.

Στα παιδιά με σύνδρομο WAS, τα αιμοποιητικά βλαστοκύτταρα επηρεάζονται απ’ ευθείας από τη νόσο και έτσι τα νέα βλαστοκύτταρα αντικατέστησαν τα άρρωστα, έγραψαν οι ερευνητές.

Στα παιδιά με μεταχρωματική λευκοδυστροφία, τα νέα κύτταρα βρήκαν τον δρόμο τους έως τον εγκέφαλο, όπου απελευθέρωσαν τη σωστή μορφή της πρωτεΐνης που κωδικοποιεί το έως πρότινος ελαττωματικό γονίδιο.

Η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Alessandra Biffi δήλωσε στο BBC ότι η εξέλιξη των παιδιών ήταν πολύ θετική.

«Όλα τα παιδιά είναι σε πολύ καλή κατάσταση και πηγαίνουν στον παιδικό σταθμό σε μια ηλικία που τα αδέλφια τους παρουσίαζαν σοβαρά προβλήματα», είπε. «Αυτό είναι κάτι που μας δίνει πολύ μεγάλη χαρά».

Η δρ Biffi επισήμανε ότι όλες οι θεραπείες έχουν δυνητικές παρενέργειες και γι’ αυτό θα συνεχιστεί η παρακολούθηση των παιδιών. Προς το παρόν, όμως, «δείχνει να είναι εκτός από αποτελεσματική, και ασφαλής», τόνισε.

Η γονιδιοθεραπεία είναι μία από τις μεγάλες ελπίδες της Ιατρικής για την αντιμετώπιση κληρονομούμενων νοσημάτων, που οφείλονται σε ελαττωματικά γονίδια, αλλά η πρόοδος σε αυτόν τον τομέα γίνεται με αργό ρυθμό.

 

 

http://dgnews.docguide.com/vitamin-d-levels-blood-may-help-predict-risk-multiple-sclerosis?overlay=2

Vitamin D Levels in Blood May Help Predict Risk of Multiple Sclerosis

September 13, 2017

MINNEAPOLIS, Minn — September 13, 2017 — Examining vitamin D levels in the blood may help predict whether a person is at risk of developing multiple sclerosis (MS), according to a large study published the online issue of Neurology.

“There have only been a few small studies suggesting that levels of vitamin D in the blood can predict risk,” said Kassandra Munger, Harvard T.H. Chan School of Public Health, Boston, Massachusetts. “Our study, involving a large number of women, suggests that correcting vitamin D deficiency in young and middle-age women may reduce their future risk of MS.”

For the study, researchers used a repository of blood samples from more than 800,000 women in Finland, taken as part of prenatal testing. Then the researchers identified 1,092 women who were diagnosed with MS an average of 9 years after giving the blood samples. They were compared with 2,123 women who did not develop the disease.

Deficient levels of vitamin D were defined as <30 nmol/L, insufficient levels were 30 to 49 nmol/L, and adequate levels were ≥50 nmol/L.

Of the women who developed MS, 58% had deficient levels of vitamin D, compared with 52% of the women who did not develop the disease.

Researchers found that with each 50 nmol/L increase in vitamin D levels in the blood, the risk of developing MS later in life decreased by 39%.

In addition, women who had deficient levels of vitamin D had a 43% higher risk of developing MS than women who had adequate levels as well as a 27% higher risk than women with insufficient levels.

“More research is needed on the optimal dose of vitamin D for reducing risk of MS,” said Munger. “But striving to achieve vitamin D sufficiency over the course of a person’s life will likely have multiple health benefits.”

Limitations of the study include that participants were primarily white women and therefore the findings may not be the same for other racial groups or men. Also, while the blood samples were taken an average of nine years before MS diagnosis, it is possible some women may have already had MS when blood was drawn and were not yet showing symptoms of the disease.

 

Comments are closed.